Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τέντζερα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τέντζ̌ερα
Προφορά: τέντζερα
τέντζερες από χαλκό, μικρός ή μεγάλος που χρησιμοποιούνταν όπου και το χαλκοπούλ'
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Οινόης
Παράδειγμα:
Η τέντζ̌ερα φουρφουτίζει κι απάν’ ατες ρέει.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τέντζαρη (η)
τεντζερέ (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια