Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τεντελίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τεντελίζω Προφορά: τεντελίζω
  1. ταλαντεύομαι, τρέμω, κλονίζομαι τρέμουν τα γόνατά μου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα τανταλίζω = ταλαντέυομαι, τρέμω

    Παθητική Φωνή:
    κινούμαι, σείομαι

  2. τρέμω από το κρύο μέσα στα κουρέλια μου Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. ταλαντεύομαι τρέμουν τα πόδια μου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια