τεμπελίκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τεμπελίκ'
Προφορά: τεμπελίκ
-
στα άλογα που θα καβαλίκευαν οι γυναίκες, φόρτωναν και από τις δύο μεριές πράγματα λαφριά για να καθίσει αναπαυτικά η γυναίκα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)