Ερμηνεία: δείχνω τη λύπη μου με αναστεναγμό και με τη λέξη βάχ, βάχ
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη βαχλανμάκ
Ιδίωμα: Κερασούντας
Παράδειγμα: Ντο έπαθα το κακόν, έλεεν και εβαχλάευεν.
Ενεστώτας: βαχλαεύω Παρατατικός: εβαχλάευα / βαχλάευα Μέλλοντας: θα βαχλαεύω Αόριστος: εβαχλάεψα / βαχλάεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.