Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πλατυπρόσωπος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πλατυπρόσωπος Προφορά: πλατυπρόσωπος
  1. με πλατύ πρόσωπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση απο:
    1) Αριστοτέλης 83Ζβ2
    2) Αιλιανός 21 15 26

  2. αυτός που έχει πλατύ πρόσωπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια