Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαντουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γαντουρεύω Προφορά: γαντουρεύω
  1. πείθω, εξαπατώ, ξεγελώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρική λέξη kandirmak

    Παράδειγμα:
    Εγαντούρεψες τον Θεόν και όλα̤ εσέν’ εδέκεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια