Προέλευση: τουρκική, από την τουρική λέξη kandirmak
Παράδειγμα: Εγαντούρεψες τον Θεόν και όλα̤ εσέν’ εδέκεν.
Ενεστώτας: γαντουρεύω Παρατατικός: εγαντούρευα Μέλλοντας: θα γαντουρεύω Αόριστος: εγαντούρεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.