Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαμπροκούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαμπροκούρ' Προφορά: γαμπροκούρ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κούτσουρο σκληρό με όζους, το οποίο έπρεπε να σχίσει ο γαμπρός

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    χονδρό κούτσορο, που έπρεπε να σχίσει ο γαμπρός για να φανεί δυνατός

Παρατηρήσεις - Σχόλια