Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαμοκέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαμοκέρ' Προφορά: γαμοκέρ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) κερί με κοκκινισμένη άκρη ώς προσκλητήριο στο γάμο
    2) το κερί προσκλητήριο στο γάμο που διένεμε παιδί την Παρασκευή (Αμισός)

    Προέλευση:
    από τα ουσιαστικά γάμος και κερίν

    Ιδίωμα:
    Τορούλ

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    το βαμμένο στη βάση κερί, με το οποίο καλούσαν τα διαλεχτά πρόσωπα για γάμο ή βάπτιση

Παρατηρήσεις - Σχόλια