Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαμά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γαμά̤ , 2. γαμιά Προφορά: γαμεά
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κάμα, μεγάλο σπαθί γυριστό με θήκες και με δύο αυτιά στη λαβή

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kama

    Παραδείγματα:
    1) Με τη γαμά̤ν έπαιξαν το μαχαίρ’.
    2) Εσάρεψαν ατσε οι Τούρκ’ με τα τυφιάγκια και τα γάμας. (Ιδίωμα: Άδισσας)

Παρατηρήσεις - Σχόλια