Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) όσο χωρούν οι δύο παλάμες 2) ζώα ζευγμένα 3) Γοσ̌άδας έπαιζαν. (δύο όργανα μουσικά που παίζουν συγχρόνως)
Προέλευση: λέξη ξένη
Ιδίωμα: Άδισσας
Ενικός: γοσ̌άνιν / γοσ̌άν' Πληθυντικός: γοσ̌άνια / γοσ̌άνα̤
Σχόλιο: η λέξη απαντά και στο θηλυκό γένος. Ενικός: η γοσ̌ά Πληθυντικός: τα γοσ̌άδες / γοσ̌άδας".