Ποιητικό
Προέλευση: από το ουσιαστικό γαλήνη
Παράδειγμα: Σαν γαληνεύ’ ο ποταμόν, κατέβασον και πότ’σον.
Ενεστώτας: γαληνεύω Παρατατικός: εγαλήνευα / γαλήνευα Μέλλοντας: θα γαληνεύω Αόριστος: εγαλήνεψα / γαλήνεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.