Ερμηνεία: φαγί κατασκευαζόμενο από ταν και καβουρτισμένο βούτυρο με κρεμμύδι, στο οποίο κατά το βράσιμο βάζουν κομματάκια ψωμί
Ενικός: γαλετσ̌όσιν / γαλετσ̌όσ' Πληθυντικός: γαλετσ̌όσα̤
Σχόλιο: Συχνά, η φωνολογική εκφορά του Πληθυντικού πραγματώνεται με το [s] ως μεταφατνιακό τριβόμενο [ʃ], δηλαδή ως παχύ [σ].