Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαλαφόρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαλαφόρα Προφορά: γαλαφόρα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) μεγάλο πουλί όμορφο (κίσσα η μακρόουρος)
    2) Ευτάει υιόν τραντέλλενον και νύφεν γαλαφόραν. (όμορφος όπως το πουλί γαλαφόρα)
    3) όνομα αγελάδας

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    όνομα αγελάδας η οποία παράγει πολύ γάλα

Παρατηρήσεις - Σχόλια