Ερμηνείες: 1)το ζώο που έχει πολύ γάλα 2) το τρόφιμο που έχει μέσα του γάλα
Παράδειγμα: Το θόγαλαν εμουν γαλατά̤ρ'κον έτον, (δεν ήταν πυκνό, αλλά είχε περίσσιο γάλα).
Ουδέτερο: Ενικός: γαλατά̤ρικον γαλατά̤ρ'κον Πληθυντικός: γαλατά̤ρ'κα
Σχόλιο: Εύχρηστο στο ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας.