Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαλαπαλούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαλαπαλούχ' Προφορά: γαλαπαλούχ
  1. πλήθος, περιττός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) πλήθος πραγμάτων όπως σκεύη, έπιπλα κ.λ.π. που προξενούν βάρος
    2) πράγμα περιττό

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Χαϊβάν έρθεν κι επέρασεν, γαλαπαλούχ’ εποίκεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια