Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κρεμίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κρεμίζω Προφορά: κρεμίζω
  1. γκρεμίζω, παραιτώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Κούντα και κρέμψο με απέσ’ αναθεμά την τύχη σ’.
    2) Αφήνω κά’. (πέφτουν)
    3) Οντάν κρεμίεις τα μαλλία σ’. (πέφτουν)
    4) Κρεμίεται ας σην καρδία μ’.
    5) Κρεμίζω τη γυναίκα μ’. (παραιτώ)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα κρήμνημι

  2. γκρεμίζω, αφήνω, εγκαταλείπω σπρώχνω στον γκρεμό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. εγκαταλείπω 1) ρίχνω στον γκρεμό 2) ρίχνω κάτω 3) πέφτω κάτω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια