Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαϊρεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γαϊρεύκουμαι Προφορά: γαϊρεύκουμαι
  1. προστατεύω, υποστηρίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Κανάν ’κ’ έχͮ ’ να γαϊρεύκετ’ α̤τεν.

    Παράγωγο:
    γαΐρεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια