Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαϊράτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γαϊράτ' , 2. γαϊρά̤τ' Προφορά: γαϊράτ
  1. υπομονή, θάρρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Πορέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη καϊρέτ

    Παράδειγμα:
    Ποίσον ολίγον γαϊρα̤τ’ να τελένομε.

    Υποκοριστικό:
    γαϊρόπον

    Επίθετα:
    γαϊρατλής, -ήσα, -ίν = υπομονετικός

Παρατηρήσεις - Σχόλια