Πορέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη καϊρέτ
Παράδειγμα: Ποίσον ολίγον γαϊρα̤τ’ να τελένομε.
Υποκοριστικό: γαϊρόπον
Επίθετα: γαϊρατλής, -ήσα, -ίν = υπομονετικός
Ενικός: το γαϊράτιν / γαϊράτ', γαϊρά̤τιν / γαϊρά̤τ' Πληθυντικός: τα γαϊράτα̤
Σχόλιο: Εύχρηστο κυρίως στο ενικό αριθμό, λόγω σημασιολογίας. Ο πληθυντικός χρησιμοποιείται εμφατικά.