αίμαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό αἷμα
Ιδίωμα:
Οινόης
Παραδείγματα:
1) Του κεμιτσ̌ή το ψωμίν σον κάβον έχͮει γαίμα.
2) Εσέν κι εμέν’ π’ εχώριζεν, να ’λέπ’ τον ήλεν γαίμαν.
3) Το έναν το φτερούλ’ν αθε σο αίμαν βουτεμένον.