Ερμηνεία: είδος πυκνής και στερεάς ραφής με το χέρι ή με ραπτομηχανή
Ρήμα: γαζώνω (ράπτω γαζί)
Παράγωγο: γάζωμαν
Ενικός: γαζίν Πληθυντικός: γαζία