Ερμηνεία: εκείνος που κάνει ή πουλά καβουρμά
Προέλευση: τουρκική, από το τουρκική λέξη Kaurmak
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Ο γαβουρματσ̌ής ερώτεσεν πόσον πουλεί το κριάρ’.
Ενικός: γαβουρματσ̌ής Πληθυντικός: γαβουρματσ̌ήδες