Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία: Γαβουρευτόν μαλέζ. (καβουρτισμένο άλευρο με βούτυρο και μπόλικο νερό)
Προέλευση: τουρκική, από το τουρκική λέξη Kaurmak
Αρσενικό: Ενικός: γαβουρευτός Πληθυντικός: γαβουρευτοί
Θηλυκό: Ενικός: γαβουρευτέσα Πληθυντικός: γαβουρευτοί
Ουδέτερο: Ενικός: γαβουρευτόν Πληθυντικός: γαβουρευτά
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας.