Ερμηνείες: 1) η μύτη, η άκρη της βελόνας 2) κάθε πράγμα λεπτό και σουβλερό
Προέλευση: συνθετικά από το βελόν + μυτίν
Παράδειγμα: Ση παρχαρί' το γιάν έτον έναν λιθάρ’ ξυμυτόν εκεί σο βελονομύτ’ απάν έβγαινεν έστεκεν.
Ενικός: βελονομύτιν / βελονομύτ' Πληθυντικός: βελονομύτα̤