Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βελόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βελόν' Προφορά: βελόν
  1. βελόνι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Βελόν’ εκούρτεσεν. (δεν παχαίνει, Ιδίωμα: Σταυρί)
    2) Βελόν’ να κρεμίεις, αφκά ’κί ρούζ’. (έχει πολύ πλήθος, συνωστισμό)
    3) Αραεύω με τα ψιλά βελόνα̤. (ζητώ με μεγάλη προσοχή)

  2. καρφί για τα καπνά Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια