Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη βακουτλή
Αρσενικό: Ενικός: βαχουτλής Πληθυντικός: βαχουτλήδες
Θηλυκό: Ενικός: βαχουτλήσα Πληθυντικός: βαχουτλήδες
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.