Προέλευση: συνθετικά από το επίθετο βαρύς και το αρχαίο ουσιαστικό τράχηλος
Ποιητικό
Παράδειγμα: Μηδέ τον βαρυτράχηλον ατόν τον βασιλέαν.
Αρσενικό: Ενικός: βαρυτράχηλος Πληθυντικός: βαρυτράχηλοι
Θηλυκό: Ενικός: βαρυτράχηλος Πληθυντικός: βαρυτράχηλοι
Ουδέτερο: Ενικός: βαρυτράχηλον Πληθυντικός: βαρυτράχηλα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.