Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαρύς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: βαρύς Προφορά: βαρύς
  1. σοβαρός, δύσκολος, άχαρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    Αρμένης, για να μη το καταλάβουν οι Τούρκοι

    Παράδειγμα:
    Βαρύν έν’ η ζωή, πουλί μ’, χωρίς εγάπ’ και δάκρα̤. (δύσκολος, άχαρος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια