Ερμηνεία: κάνω κάποιον να λυπηθεί
Παράδειγμα: Η κάλη ατ’ βαρυκάρδισεν και βαρυαναστενάζει.
Ενεστώτας: βαρυκαρδίζω Παρατατικός: εβαρυκάρδιζα Μέλλοντας: θα βαρυκαρδίζω Αόριστος: εβαρυκάρδισα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.