Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαρυκαρδίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βαρυκαρδίζω Προφορά: βαρυκαρδίζω
  1. στεναχωριέμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κάνω κάποιον να λυπηθεί

    Παράδειγμα:
    Η κάλη ατ’ βαρυκάρδισεν και βαρυαναστενάζει.

Παρατηρήσεις - Σχόλια