Επιπλέον Ερμηνεία: δυσκολία της ζωής, μόχθος, ταλαιπωρία
Προέλευση: από το αρχαίο βάσανος
Παράδειγμα: Ούς να εχουλέθεν το νερόν εκάτσεν και είπεν το βάρσανον ατ’.
Ενικός: βάρσανον Πληθυντικός: βάρσανα