Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαραχλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βαραχλαεύω Προφορά: βαραχλαεύω
  1. στολίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    σκεπάζω με χρυσόχαρτο

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη varaklamak

    Παράδειγμα:
    Βαραχλαεύ’ς τον πρόσωπο σ’ με τ’ όλα̤ τα πογιάδας. (στολίζω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια