Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βαράμ (το) [Ουσιαστικό, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. βα̤ρά̤μ' , 2. βαρά̤μ' Προφορά: βεαρεάμ
  1. φθίση (φυματίωση), βάσανο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από το τουρκική λέξη βερέμ

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Ασόν κύρ'ν ατ’ επαίρεν το βα̤ρά̤μ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια