Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Τσίτης, Σαντάς
Παράδειγμα: Τη μάνα μ’ πολλά ιχτιπάρ’ εποίν’νεν.
Ομόρριζο - Παράγωγο: ιχτιπαρλής, -ήσα, -ήν (ευυπόληπτος)
Βλ. λ. εχτιπάρ
Ενικός: ιχτιπάριν / ιχτιπάρ' Πληθυντικός: ιχτιπάρα̤