Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βάραγκος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βάραγκος Προφορά: βάραγκος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    μισθοφόρος από την Σκανδιναβίαν

    Παράδειγμα:
    Άλλους τρακόσ̌ους Βάραγκους ση Δέβας το γεφύρι. (σκότωσεν)

Παρατηρήσεις - Σχόλια