Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βάρσαμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βάρσαμον Προφορά: βάρσαμον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) είδος περιπλοκάδας φαρμακευτικής, (Σταυρί)
    2) φάρμακο με πολύ δυνατή οσμή για να καταπραΰνει τους πόνους
    3) διαυγής και εύγευστος οίνος, (Χρήση από: Κούσης)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό βάλσαμον

Παρατηρήσεις - Σχόλια