Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαλάν (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. βαλάν , 2. βαλά Προφορά: βαλάν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    μαντήλα κεφαλιού συνήθως μεταξωτή μαύρη

    Προέλευση:
    αγνώστου ετυμολογίας

    Ιδίωμα:
    Νικοπόλεως

Παρατηρήσεις - Σχόλια