Ερμηνεία: πάω βαθιά
Προέλευση: από το επίθετο βαθύς και την κατάληξη βολώ
Παράδειγμα: Βαθυβολίζ’ τ’ αλέτρ’ και βγάλ’ παλικαρί’ βραχͮιόναν.
Ενεστώτας: βαθυβολίζω Παρατατικός: εβαθυβόλιζα / βαθυβόλιζα Μέλλοντας: θα βαθυβολίζω Αόριστος: εβαθιβόλισα / εβαθυβόλτσα / βαθυβόλισα / βαθυβόλτσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.