Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άψιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: άψιμον Προφορά: άψιμον
  1. φωτιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ἅπτω

    Παραδείγματα:
    1) Δος τ’ άψιμο σ’ ν’ άφτω τον τσιγάρο μ’.
    2) Άμον τ’ Αε-Κερέκης τ’ άψιμον. (λεγόταν για ανήσυχους και ενεργητικούς ανθρώπους)
    3) Άψιμον επέρεν. (άναψε, μεταφορικά)

  2. φωτιά, γρήγορος(μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια