Επιπλέον Ερμηνεία: άνδρας ανάποδος, ιδιότροπος (μεταφορικά)
Παράδειγμα: Αχτράμ' έν’ τ’ ορτάρι σ’.
Παράγωγο: αχτράμα̤
Αρσενικό: Ενικός: αχτράμης / αχτράμς Πληθυντικός: αχτράμοι / αχτράμ'
Θηλυκό: Ενικός: αχτράμαινα Πληθυντικός: αχτράμοι / αχτράμ'
Ουδέτερο: Ενικός: αχτράμ'κον Πληθυντικός: αχτράμ'κα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.