Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αχπαράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αχπαράζω Προφορά: αχπαράζω
  1. ξαφνίζω προξενώ τρόμον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Στη Χαλδία μερικές φορές οι προεστοί της ενορίας επισκέπτονταν τη νύφη τάχα να την πάρουν κι αυτό λεγόταν "αχπάραγμαν"

    Προέλευση:
    από το ρήμα ἐκσπαράττω

    Παραδείγματα:
    1) Ντ’ εκούζ’νες δυνατά κι εχπάραξες μας;
    2) Το κιφάλι μ’ εταράεν, άμα ’κείνος πα ’χπαράεν.
    3) Αχπάραξον τον άρκον, κάθ’κα και γέλα.

  2. τρομάζω ξαφνιάζω κάποιον Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια