Προέλευση: από το ἐκσπάω
Παραδείγματα: 1) Ας παίρω και την κουκούλα σ’ αν ’κ’ έν’ αχπάνω τη γούλα σ’. 2) Με το χͮέρ’ έχπασεν τα σεύτελα. 3) Αχπάνω τα σκόρδα. (θυμώνω πολύ)
Ενεστώτας: αχπάνω Παρατατικός: έχπανα / άχπανα Μέλλοντας: θα αχπάνω Αόριστος: έχπασα / άχπασα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.