Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη ακουλού
Παράδειγμα: Ερχίνεσεν να λέει αχουλνούγια λόγια.
Αρσενικό: Ενικός: αχουλνούς Πληθυντικός: αχουλνούδες
Θηλυκό: Ενικός: αχουλνούσα Πληθυντικός: αχουλνούδες
Ουδέτερο: Ενικός: αχουλνούν Πληθυντικός: αχουλνούγια
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.