Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό ἀχυρών
Χρήση από: Π. Μελανοφρύδη
Παραδείγματα: 1) Τ’ ομμάτα̤ τ’ γορδίλλα̤, το στόμαν ατ’ αχͮορόν'. (μεγάλο σαν αχυρώνας) 2) Εγώ κρύφτω τον Πανίκαν σ’ αχͮορόν'.
Ενικός: αχͮορόνιν / αχͮορόν' Πληθυντικός: αχͮορόνα̤