χοιράχαντος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. χͮοιράχαντος , 2. χͮοιράχαντον
Προφορά: σοιράχαντος
-
σκαντσόχοιρος, ακανθόχοιρος
άνθρωπος που δε μπορεί να πλησιάσεις διότι θα σε κάμει κακό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)