Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χοιράχαντος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χͮοιράχαντος , 2. χͮοιράχαντον Προφορά: σοιράχαντος
  1. σκαντσόχοιρος, ακανθόχοιρος άνθρωπος που δε μπορεί να πλησιάσεις διότι θα σε κάμει κακό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Κάποιοι τρώνε τον χͮοιράχαντον. (ακανθόχοιρος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια