Ερμηνεία: ορμώ με δύναμη
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη akmak
Παράδειγμα: Έχεψεν το νερόν και έχͮ’ κi εφούρκιζεν ατα.
Παράγωγο: άχεμαν
Ενεστώτας: αχεύω Παρατατικός: έχευα / άχευα Μέλλοντας: θα αχεύω Αόριστος: έχεψα / άχεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.