Ερμηνεία: που δεν έχει χέρια
Προέλευση: από το α στερητικό και ουσιαστικό χͮέριν
Παράδειγμα: Θέ μ’, τον άχͮερον χͮέρα̤ (δός) και τον άποδον ποδάρα̤.
Αρσενικό: Ενικός: άχͮερος Πληθυντικός: άχͮεροι
Θηλυκό: Ενικός: άχͮερος / άχͮερέσα Πληθυντικός: άχͮεροι
Ουδέτερο: Ενικός: άχͮερον Πληθυντικός: άχͮερα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.