Ερμηνείες: 1) αυτός που δεν αισθάνθηκε χαρά, δυστυχής 2) αυτός που δεν προξενεί χαρά
Προέλευση: από το α στερητικό και χαρά
Παράδειγμα: Πουλί μ’ ο Χάρον άχαρος, τάμαν τιμήν ’κί σ'κώνει.
Αρσενικό: Ενικός: άχαρος Πληθυντικός: άχαροι
Θηλυκό: Ενικός: άχαρος / άχαρέσα Πληθυντικός: άχαροι
Ουδέτερο: Ενικός: άχαρον Πληθυντικός: άχαρα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.