Ερμηνεία: που δεν έχει χαραματιές
Παράδειγμα: Αχάραγον χͮερομύλ’.
Αρσενικό: Ενικός: αχάραγος Πληθυντικός: αχάραγοι
Θηλυκό: Ενικός: αχάραγος Πληθυντικός: αχάραγοι
Ουδέτερο: Ενικός: αχάραγον Πληθυντικός: αχάραγα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.