Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αχάντ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αχάντ' Προφορά: αχάντ
  1. αγκάθι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο άκαν > ἂκανθος > αχάντ'

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1) Εκαρφώθεν τ’ αχάντ’ σο ποδάρι μ’ και κοτσίζω. (αγκάθι, κάθε χόρτο αγκαθερό)
    2) Κάθουμαι απάν’ σ’ αχάντα̤.(ανυπομονώ, ανησυχώ), (Ιδίωμα: Τσίτης),(Χρήση από: Π. Σαλαπασίδη)
    3) Οι Τσαχάλ’ ερχίνεσαν να κάθουνταν απάν’ σ’ αχάντα̤. (ανυπομονώ, ανησυχώ), (Χρήση από: Π. Σαλαπασίδη)
    4) Εγέμ’ αχάντ’ σ’ ομμάτα̤ τ’. (με μισεί)

  2. αγκάθι Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια