Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αφώτιστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αφώτιστος Προφορά: αφώτιστος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1) Πολλά αφώτιστος, μισκίντς άνθρωπος έν’, (με κακή σημασία)
    2) Πολλά αφώτιστον έν’· ο νούς εθε όλα̤ κόφτ’, (με καλή σημασία, επιτήδειος, ξύπνιος)

  2. αβάπτιστος λέγεται κυρίως για το δαιμόνιο άνθρωπο, τον τετραπέρατο (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια