Προέλευση: αγνώστου ετυμολογία
Παράδειγμα: Εύκολα ’κ’ εγροικάς ντο έν’ αφσα̤νούχ'ς.
Αρσενικό: Ενικός: αφσα̤νούχης / αφσα̤νούχ'ς Πληθυντικός: αφσα̤νούχοι / αφσα̤νούχ'
Θηλυκό: Ενικός: αφσα̤νουχού Πληθυντικός: αφσα̤νούχοι / αφσα̤νούχ'
Ουδέτερο: Ενικός: αφσα̤νούχ'κον Πληθυντικός: αφσα̤νούχ'κα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.